''Πλατώ απώλειας βάρους''. Γιατί δυσκολεύομαι να χάσω βάρος?

  Στο παρόν άρθρο, αναφέρονται και επεξηγούνται οι πιθανές αιτίες που δυσχεραίνουν την απώλεια βάρους και στην ουσία σταθεροποιείται το βάρος, προκαλώντας ένα συναίσθημα αποτυχίας. Η λογική όμως πρέπει να επικρατεί, χωρίς να το βάζουμε κάτω. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα υπομονή, μέχρι να εντοπίσουμε που οφείλεται αυτή η κατάσταση. Συνοπτικά οι αιτίες μπορεί να είναι κάποια διαταραχή του θυρεοειδούς αδένα, πιθανή εγκυμοσύνη, αύξηση της συστηματικής άσκησης, άρα και μυϊκής μάζας, όπου εξηγεί την σταθεροποίηση του σωματικού βάρους, παρά το αρνητικό ενεργειακό ισοζύγιο. Επίσης η υπερβολικά χαμηλή πρόσληψη ενέργειας και θρεπτικών συστατικών, ειδικά σε άτομο που αθλείται, αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην απώλεια βάρους. Το στρες αποτελεί και αυτό παράγοντα που αποτρέπει την απώλεια βάρους, ενώ επίσης οδηγεί στις επακόλουθες συμπεριφοριστικές αιτίες, στις οποίες εντάσσονται οι λανθασμένες διατροφικές συνήθειες, η επαναλαμβανόμενη προσπάθεια απώλειας βάρους, καθώς και η αυξομείωση του βάρους για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Τέλος η διαταραχή του βραδινού ύπνου συμβάλει  και αυτή στην αναστολή της απώλειας βάρους.



Αναλυτικά οι πιθανές αιτίες που αποτελούν ανατρεπτικούς παράγοντες στην απώλεια βάρους, είναι οι εξής: 

A. Διαταραχές θυρεοειδούς αδένα. Βάσει των ορμονικών αναλύσεων, εντοπίζεται αν υπάρχει κάποια διαταραχή, προτείνεται έλεγχος THS, T4, T3 (Practitioners et al., 2013).

B. Επίσης προτείνεται έλεγχος πιθανής κύησης, όπου θα δικαιολογούσε την δυσκολία στην απώλεια σωματικού βάρους.

C. Η άσκηση έχει ως απόρροια της αύξηση της μυϊκής μάζας και τη μείωση λιπώδους ιστού. Αυτή η έκβαση, έχει σαν αποτέλεσμα τη διατήρηση του σωματικού βάρους, άρα και αποτροπή της μείωσης του, τουλάχιστον το πρώτο χρονικό διάστημα, πράγμα που δικαιολογείται από την αύξηση του γλυκογόνου:νερού στους μύες. Ωστόσο με τη συστηματική άσκηση, ευνοείται η βελτίωση της σύστασης σώματος και κατ’ επέκταση η αύξηση του μεταβολισμού, λόγω της αύξησης του μεταβολικά ενεργού ιστού, σε σύγκριση με το λιπώδη, όπου είναι μεταβολικά ανενεργός ιστός, γεγονός που ωφελεί μακροπρόθεσμα την προσπάθεια απώλειας βάρους (Stiegler and Cunliffe, 2006).

D. Στην περίπτωση που το άτομο βρισκόταν σε επαναλαμβανόμενες δίαιτες αυστηρού περιορισμού στο πρόσφατο παρελθόν και προκαλούσε συχνή αυξομείωση βάρους, γνωστές και ως δίαιτες ‘’yo-yo’’, τότε μια πιθανή αιτία του προβλήματος είναι η διαταραχή στον μεταβολισμό των λιπαρών οξέων. Πέραν του ότι μπορεί να έχει μειωθεί ο μεταβολικά ενεργός ιστός μετά από μια τέτοια διαδικασία, πιθανώς έχει αυξηθεί το ποσοστό λίπους, καθώς και το μέγεθος των λιποκυττάρων, πράγμα που επιδεινώνει ακόμα περισσότερο τη διαδικασία απώλειας βάρους (Sea et al., 2000; Prentice et al., 1992).

E.  Στις συμπεριφοριστικές αιτίες που δυσκολεύουν τη δίαιτα και κατ’ επέκταση την απώλεια βάρους, κατατάσσεται και η κατανάλωση φαγητού μπροστά στην τηλεόραση ή τον υπολογιστή, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει ανεξέλεγκτη κατανάλωση φαγητού, ακόμα και βουλιμικό επεισόδιο, χωρίς να γίνεται αντιληπτό το αίσθημα της πληρότητας. Το ίδιο ισχύει και όταν η ποιότητα των τροφίμων είναι υποβαθμισμένη, δηλαδή συχνή κατανάλωση πρόχειρου φαγητού εκτός σπιτιού, πολλά λιπαρά σε dressings, κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σακχαρούχων ροφημάτων, αναψυκτικών, χυμών, αλκοόλ, χωρίς να γίνεται αντιληπτή η μεγάλη περιεκτικότητά τους σε θερμίδες. Αυτού του είδους οι συμπεριφορές, είναι τρόπος έκφρασης του ατόμου που διακατέχεται από υψηλά επίπεδα στρες και γίνονται συνήθως ως απόσπαση τις προσοχής από αγχωτικές σκέψεις. Προς αντιμετώπιση προτείνεται άσκηση διαλογισμού, yoga, pilates, χορός, γενικά ασχολίες που χαροποιούν και χαλαρώνουν το άτομο (Roberts et al., 2007; Mouchacca et al., 2013).

F.  Μια ακόμη αιτία που δυσκολεύει την απώλεια βάρους είναι η πρόσληψη ελάχιστων θερμίδων, ειδικά αν το άτομο πάσχει από κάποιου είδους διατροφική διαταραχή. Τέτοιου είδους διατροφική παρέμβαση, πέρα από το ότι θέτει το άτομο σε κατάσταση καταβολισμού, λόγω μειωμένης πρόσληψης θρεπτικών συστατικών και ενέργειας,  δεν μπορεί να διορθώσει σε βάθος ανθυγιεινές συμπεριφορές, όπως τα υπερφαγικά επεισόδια ή το ‘’τσιμπολόγημα’’ (Martina de Zwaan et al., 2005).

G.  Ακόμα και αν η περιεκτικότητα του διαιτολογίου σε θερμίδες είναι ιδανική, η μη τήρηση του προγράμματος διατροφής ή η υποεκτίμηση των μερίδων φαγητού για μεγάλο χρονικό διάστημα, παίζει σημαντικό ρόλο στην έκβαση της παρέμβασης. Μερικά γραμμάρια παραπάνω τροφής περιστασιακά μπορεί να μην έχουν ιδιαίτερη σημασία, αλλά εάν αυτό γίνεται σε μόνιμη βάση, η απώλεια βάρους αναστέλλεται.

H. Τέλος, τόσο η χαμηλή ποιότητα όσο και η ανεπαρκής διάρκεια του ύπνου, μπορούν να αποτελέσουν παράγοντες που οδηγούν σε δυσκολία απώλειας βάρους, καθώς και σε μελλοντική αύξησή του. Η έλλειψη ύπνου έχει συσχετιστεί με διαταραχή στην έκκριση της λεπτίνης, γκρελίνης, κορτιζόλης και ινσουλίνης, γεγονός που προκαλεί εξάντληση και αυξημένη επιθυμία για φαγητό (Patel et al., 2006).



  Συνοψίζοντας, η διαδικασία απώλειας βάρους είναι χρονοβόρα και απαιτεί υπομονή και επιμονή. Θα ήταν συνετό να γίνει σταδιακά με παράλληλη διατροφική εκπαίδευση του ατόμου, από ειδικό επιστήμονα με γνώσεις περί συμβουλευτικής. Το διατροφικό πρόγραμμα πρέπει να είναι εξατομικευμένο, σύμφωνα με τις ενεργειακές ανάγκες του κάθε ατόμου μεμονωμένα, ενώ πρέπει να συνυπολογίζεται η ενεργειακή δαπάνη που προκαλείται από την άσκηση. Η υπερβολική μείωση των θερμίδων, αφενός στις περιπτώσεις ατόμων που αθλούνται, μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες επιδράσεις, και αφετέρου σε άτομα με λανθασμένες διατροφικές συμπεριφορές, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα. Ωστόσο πριν από οποιαδήποτε προσπάθεια αντιμετώπισης του περιστατικού, πρέπει να γίνει κατανοητός ο λόγος, για τον οποίο, το άτομο, δυσκολεύεται να χάσει βάρος. Ακόμα και αν δεν καταφέρει να το αποκαλύψει από μόνος του, κατά την πρώτη επίσκεψη, ο ειδικός επιστήμονας-διαιτολόγος πρέπει να εκμαιεύσει μέσα από τις συζητήσεις τους, στις πρώτες κιόλας συνεδρίες, όλες εκείνες τις συμπεριφοριστικές αιτίες που δυσχεραίνουν την προσπάθεια.





Βιβλιογραφία
Mouchacca, J. et al. (2013) Associations between psychological stress, eating, physical activity, sedentary behaviours and body weight among women: a longitudinal study. BMC public health. [Online] 13 (1), 828. [online]. Available from: http://www.pubmedcentral.nih.gov/articlerender.fcgi?artid=3848641&tool=pmcentrez&rendertype=abstract.
Patel, S. R. et al. (2006) Association between reduced sleep and weight gain in women. American Journal of Epidemiology. [Online] 164 (10), 947–954.
Practitioners, N. et al. (2013) on the Health PEI Laboratory Blood Test Request Form. • This test utilizes the attached algorithm to efficiently evaluate and monitor functional thyroid status.
Prentice,  a et al. (1992) Effects of Weight Cycling on Body-Composition. [online]. Available from: http://discovery.ucl.ac.uk/1347784/.
Roberts, C. et al. (2007) The effects of stress on body weight: biological and psychological predictors of change in body mass index (BMI) in a non-clinical female population. Obesity Research. 15 (12), 3045–3055.
Sea, M. M. et al. (2000) Weight cycling-induced alteration in fatty acid metabolism. American journal of physiology. Regulatory, integrative and comparative physiology. 279 (3), R1145–R1155. [online]. Available from: http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/10956277.
Stiegler, P. & Cunliffe, A. (2006) The Role of Diet and Exercise for the Maintenance of Fat-Free Mass and Resting Metabolic Rate During Weight Loss. Sports Medicine. [Online] 36 (3), 239–262.
  

Σχόλια